όμουρα


όμουρα
ὅμουρα (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «σεμίδαλις ἑφθή, μέλι ἔχουσα καὶ σησάμην».
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται πιθ. με το ὅμωρος*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὅμουρα — ὅμορος having the same borders with neut nom/voc/acc pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όμωρος — ὅμωρος, ον (Α) φρ. «ὅμωρος ἄρτος» είδος άρτου. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Η λ. πιθ. συνδέεται με την λ. ἀμόρα «είδος γλυκίσματος με μέλι» (πρβλ. και τις γλώσσες τού Ησύχ. ὅμουρα και ὁμορίτας)] …   Dictionary of Greek

  • Μπόνιν — (Bonin). Ομάδα νησιών (78 τ. χλμ., περ. 10.000 κάτ.) του δυτικού Ειρηνικού, κυρίως ηφαιστειογενή, που ανήκουν στην Ιαπωνία. Τα νησιά αυτά, που στην ιαπωνική ονομάζονται Ογκασάουρα Γκούντο, απέχουν 800 χλμ. από το Τόκιο. Τα ανακάλυψαν το 1543 οι… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.